Κεντημένο

Είσαι ένας λεπτός μίσχος. 
Στα πλευρά σου είναι κεντημένες όλες οι ακτίνες του ήλιου.  

Ο ώμος, το τυφλό μάτι
κι από πάνω γκρεμός κι άλλος γκρεμός 
και το κυνηγητό του λαιμού.

Το πρόσωπο λαξευμένο με τρυφερό βελονάκι
Πέτρα, 
η βάση της πρωτόγονης δόμησης 
- Ένα σκληρό και βαρύ υλικό
πώς έγινε ένας λεπτός μίσχος - 
Όμως ξέρω γιατί 
στη μασχάλη σου πετάει ο μεσοκάρδιος.
Είναι οι αγκώνες που τσακίζουν κόκαλα
οι ζωντανές σπηλιές σου από αρχαίους πολιτισμούς.

Είσαι ένας στίχος από τη γραφίδα του Θεού
που δεν τον πιστεύεις 
κι ούτε εγώ τον πιστεύω.
Πιστεύω μόνο στις λέξεις που μας γράφουν και μας σβήνουν 
και μας ξαναγράφουν

Τελικά μια μακρά περίοδος, 
απ' το σκοτάδι στο φως των κεντημένων ακτίνων 
στα πλευρά σου 


Το σπίτι

Αν γυρίσεις απόψε μην κλειδώσεις την πόρτα.
Θα γλιστρήσει μια σκιά δίπλα σου στο κρεβάτι
κι ένα ανεπαίσθητο τίναγμα ονείρου 
να ζεστάνεις.

Δεν ξέρω πώς να γυρίσω απόψε.
Με τι σφυρί και τι δρεπάνι να δουλέψω 
του στρώματος όλη τη γη.

Σε λίγες ώρες η κοραλλένια ακτίνα
- ένα θλιπτικό φως από την άκρη του κόσμου - 
θα στάξει πάλι απ' το παράθυρο 
στα μαρμάρινα νερά του τραπεζιού.

Έτσι περνάνε τα μακρά πρωινά στο άδειο σπίτι 
με τα κέρινα ομοιώματα
και τρόπαιο την αδίστακτη ανάγκη.

Κι αυτή η ελπίδα συμπυκνωμένη στο φούρνο μας ψήνει.

Κι αυτή η πίκρα απλωμένη ανάμεσα σε λευκές φανέλες
στολίζει σήμερα την πίσω μας αυλή.


Μιας μέρας

Είναι εδώ τα χέρια σου 
κι ας μην είσαι εσύ.
Είναι εδώ τα χέρια σου.
Λύνουν γρίφους. 

Στην ανάσα του ύπνου σου 
μια ακονισμένη αιχμή
μια λεπίδα που σκίζει στα δύο τον χρόνο.
Ειναι εδω και ψάχνει να βρει γη το σκουλήκι 
νωπό χώμα το χτισμένο κυπαρίσσι 
την αληθινή στεριά 
Στο χείλος του δρόμου
Στα γκρεμισμένα κύματα
Στη μέση του λαιμού σου
Κι εγώ εκεί στη μέση του λαιμού σου.
Μια αμάσητη μπουκιά
ένας κόμπος  
ένας αναδυόμενος παλμός 
το ξεσηκωμένο πλήθος

Το βράδυ θα γίνω κοντεσσα Εστερχάζυ κι εσύ κύριος Νολλ.
Θα φάμε μακαρόνια με κιμά. 
Μετά το δείπνο θα πω την προσευχή
Κίνδυνα ρόδινα αντίο μιας μέρας
Λίγο πιο σιγά, θα πεις, δεν ακούω 
Λίγο πιο σιγά θα το πω
ψιθυριστά
για να σε φτάσω 

Το μάτι

Τον τρόμο κλείδωσα στο σπίτι 
μαζί με τον αιωνόβιο σκύλο 

Τώρα το μάτι θα ξεκουραστεί 
στην κινητική των χρωμάτων 
Ο ώμος θα κηρύξει παράλυση
Η κυνηγημένη μέρα κατεβαίνει μέχρι τους αγκώνες 
αγκυλώνει τα σχήματα 

Η κλειδαριά ας ήταν τρύπιο βλέφαρο.
Η φριχτή ροή του αίματος 
ας ήταν σε διασταυρούμενα κανάλια.
Κι αυτές οι ουρανοκατέβατες πρόκες 
ας ήταν βροχή.

Για το παρατεταμένο κρύο φταίει το τρύπιο βλέφαρο.
Λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο ας ήταν.
Λεπτό ας ήταν να φαίνεται από μέσα του ο κήπος με κλειστά τα μάτια
να δρασκελίζουν τα κανάλια οι άδειες ώρες.

Ο πόρος έφερε μπόρα. 
Η μπόρα έβρεξε τα μάγουλα. 
Η μπόρα πότισε τα μάγουλα 
και πολλαπλασιαστηκαν μητροκτόνα κύτταρα.
Φύσηξα
Φυτρώσε 
Φούσκωσαν

Ο χρόνος θα φάει όλα μας τα μακρομόρια θα γίνει κι αυτός μια φούσκα και μετά θα σκάσει.
Από το δάκρυ και το σάλιο θα ποτιστούν οι σπηλιές και θα ανθίσουν οι πτυχώσεις των βράχων.

Ο κύριος θεριστής μας περιμένει με χρυσάφι στο στόμα.

Exitium

Τυχαία και σκόπιμα νεκροί 
σε ανάκλιντρα μεθούν οι καπνιστές του σύννεφου 
τη μαύρη αιθάλη, τον χαμό που επικρατεί
και μας χλευάζουν που μας χύνεται η ζωή 
απ' το σπασμένο στόμα

Κι όλο έρχονται καινούριοι πολεμιστές του θανάτου 
Κι όλο κατεβαίνουν ενισχύσεις απ' την οριζόντια σχισμή της μπλε γαλάζιας ένωσης
Κι όλο στο τέλος θριαμβεύει ο μεγάλος κλαδευτής 
Και πάλι δουλεύουν τα ακούραστα τριβέλια 
Και πάλι γεννάνε οι μήτρες της τέφρας 
παχουλά μωρά με νωχελικά μάτια
για να νικήσουν αύριο τον άγριο γύπα 
με την ευχή της μάνας τους 
Μemento mori

Τι να απομείνει ζωντανό σαν πέσει το αλέτρι στο αφράτο χώμα;

Είναι και κάποιοι που φτάνουν στη μυλόπετρα.
Μέχρι εκεί. 

Θήλυ

Το τέλμα της ζωής σου 
ένα ρολόι που κόλλησε στο παρά τέταρτο του χρόνου
είναι το κρίμα του γεννάσθαι
κι αυτού του μαύρου τρύγου απ' τη θηλή σου 
κι αυτού του Ιησού η αγάπη που δεν άξιζες 

Όλες οι ξεσκισμένες μάνες 
και τα νεκρά μωρά τους στα πόδια σου, Μαγδαληνή 

Δώρα που θα 'φερναν για σένα 
Σμύρνα, λιβάνι, χρυσάφι να σκορπάς 

Τα ασύλληπτα παιδιά ψηλαφούν τις πέτρες για λίγο γάλα 

Ανάσκελα

Το ξέρω ήρθε η ώρα 
Να δέσω το φυλαχτό μου στο λαιμό του κύκνου
σε ακρογιαλιά με τρομαγμένα κύματα 
με εκατόφυλλα κορμιά κυνηγημένη δύση

Άσπονδα;  
Ποιος θα το πει;

Μείναμε στις Κυκλάδες 
μέσα στις κουλούρες και τα στεφάνια 
Ριπές του αέρα γίνανε οι πρώτες μας κραυγές 
από τον σκοτεινό βυθό βγήκαν όλα τα χωράφια 
δεν είχαμε χώρο για τα δεμάτια μας 

Ακίνδυνα; 
Ποιος θα το πει; 

Ο βλαστός στον πίσω δρόμο που αφήνουμε 
ένα κούτσουρο 
Και προχωράμε για την Ιθάκη 
σα μόλις να σαλπάραμε
κι ας μετρά είκοσι χρόνια
η περιπλάνησή μας 

Ανάποδα;
Ποιος θα το πει;

Κόρη η τάφρος της ψυχής 
και γύρω η ίριδα με το λιμνάζον νερό
Η τρίτη βροχή το φούσκωσε 
κι ημέρωσαν τα άγρια βράχια
πρασίνισαν τα μεσοπόταμα 

πρασίνισαν όλα 
καμία διάσταση στα χρώματα 
κανένα βάθος στα σχήματα 
μια εποχική τύφλωση 
καλοκαιρινού ανάσκελα 
που επιπλέει 
Τάφρος η κόρη της ψυχής 
και γύρω η ίριδα με το θαλασσινό νερό 
Η πρώτη βροχή το φίμωσε
κι αγρίεψαν τα ήμερα χόρτα 
κιτρίνισαν τα μεσοβλέφαρα

Ατέλειωτα;
Ποιος θα το πει; 

Φυσικοί νόμοι

Να έρθω στο προσκύνημα 
με δεμένα μάτια
για την κυματική του υφάσματος, 
ένα κρυμμένο τσάκισμα 
στο δέρμα σου, και τέλος
την έσχατη δαγκωματιά 
απ' το μήλο που κατάπιες 
και στάθηκε στο μέσο του λαιμού σου

Τα ρούχα

Η κατάντια της χώρας σου πάει.
Σε κολακεύει κάθε ανάρμοστη συγκίνηση.
Το ύφασμα που αφήνει το δέρμα ν' αναπνέει 
ένα δολλάριο η βελονιά.
Κάθε πρωί τα στήνω στην καρέκλα του γραφείου και καμαρώνω 

τον βαμβακερό μου σύζυγο


τα ρούχα σου, σημαίες σε έπαρση.


Η αλήθεια της πόλης μου πάει.

Πουλάει επάνω μου η αστική αρπαγή.

Το ύφασμα που αφόρητα με ζεσταίνει

ένα σεντ ο πήχης.

Δεν άκουγες που σου 'λεγα

Να με πλένεις πάντα στους τριάντα

με τα χρωματιστά.

Τώρα που όλα πήραν χρώμα υποκίτρινο


τα ρούχα μου, σημαίες σε υποστολή.


Απόηχος

Το φιλί που αντηχεί κάτω απ' τη γλώσσα
σα στρατός από δρεπάνια 
κυματοθραύστης
τα σάλια στο στόμα μου φουρτούνα
Πεσμένοι δείκτες στα φωνήεντα 
σπασμένοι δέκτες στο τηλέφωνο 
Δεν ακούς; 

Πυρετός πυρετός 
συστημένο γράμμα 
για το ψηλό σκαλί 
γέφυρα στο δεξί πέρασμα 
στην εκπνοή κι αυτού του χρόνου 
ποιος ψάχνει, ποιος βρίσκει
ποιος μιλάει, τι να πει 
τι να πω
το γράμμα που είναι δέμα τελικά
και δε χωράει κάτω απ' την πόρτα 
που είναι σε ψηλό σκαλί 
που είναι στο κρυμμένο πέρασμα
Εσύ 
κι όλη η γη στο μέτωπο 
κι όλος ο ουρανός στα πόδια σου
ανάποδη στροφή
πεταμένο δίστιχο 
θα το βρεις στην ανακύκλωση 
μέσα στα χαρτιά και τα γυαλιά
πόλεμος κι επίδεσμος
στο τελευταίο τερέν του Νοεμβρίου 

Περί βιωμάτων

Από την άλλη και τι ζήσαμε, θα πεις
και θα σηκώσεις τους ώμους

Ξανά θα φύγεις απ' το τραπέζι 
με δέκα στρώματα σκόνη
και σοβάδες στην πλάτη σου.

Θα φορέσω κι εγώ σα μανδύα το τραπεζομάντιλο
γύψινη 
στολισμένη με κηροπήγια και φωτιές
Ξανά θα φύγω απ' το τραπέζι 
με ένα μπουκάλι στο στομάχι 
και κρίνα στο λαιμό μου.
Από την άλλη και τι ζήσαμε, θα πεις

Να ανταλλάξουμε ευχές την πρωτοχρονιά
ίσως σε έναν ξένο τόπο 
με άλλα κανάλια 
χωρίς κηροπήγια και φωτιές
κι ας είμαι γύψινη όλη σπασμένη
αφού είσαι από γυαλί όλος φυσητός 
το νερό και τα άνθη δεν τα βάσταξες στο στόμα σου
μια κοίτη ξέβραζε ξεραμένα λόγια
τρεις μισές λέξεις μες στην πρόταση
Δεν θυμάμαι ανάγνωση. 
Ούτε γραφή θυμάμαι.

Κι αυτά που δε ζήσαμε θα τα ξεχάσω τελευταία. 

Καρωτίδα

Γράψε στην καρωτίδα τ' όνομά σου, να το διαβάσουν όταν μου πάρουν τον σφυγμό. 
Να μάθουν και να λένε αυτή την αρρώστια όπως της πρέπει. 

Ημιαυτόνομα

Η τελευταία λέξη δικιά σου.
Προγραμμάτισε κι αυτόν 
τον δεύτερο και τρίτο ερχομό μου στον κόσμο. 

Σ' αρέσει να σκέφτεσαι τα χρόνια
γραμμένα πάνω σε ετικέτες φαρμακευτικών προϊόντων  
σε έναν σωρό από νεκρά κύτταρα

κι οι ρυτίδες σου χαραγμένες σε πρόσωπα ξένα 
που θα μαρτυρούν ανοιχτά τη σμίλη του πόνου

Σ' αρέσει να φαντάζεσαι τα γεράματα
ανάμεσα σε πολύχρωμες μπάμπουσκες 
με σειρές κομποσκοίνια στους καρπούς 

και το κορμί σου ακουμπισμένο σε αναπαυτική πολυθρόνα 
που θα βλέπει ανοιχτά τον κόλπο της Σαλαμίνας 

Εσύ στο χείλος του θανάτου
κι εγώ πάντα ένα βήμα μπροστά σου, μαμά 

Εγώ κι όλες οι κόρες σου κι όλοι οι γιοι σου 
Εξασκούμενοι να τρεφόμαστε ακόμα 
ημιαυτόνομα

Η κιβωτός

Η καταιγίδα
τα απόνερα του ουρανού

Τα ελάφια βοσκούσαν κατά ζεύγη. 
Είδηση δεν είχαν πάρει 
από τις μετεωρολογικές προγνώσεις.

Από την άλλη, εμείς
παραταγμένοι 
Έτοιμοι 
να συνεχίσουμε το είδος
γιατί αρέσει του Θεού μας
Πρόθυμοι 
να διαιωνίσουμε το θανείν 
γιατί, όσο αν πεις, έχει βολέψει 

Νώε, Νώε 
Αν ήθελες να γίνεις ο Σεβάχ 
γιατί δε σκαρφάλωνες στη ράχη της φάλαινας; 

Η βροχή
τα αφρόνερα του ουρανού 

Απόψε πριν τη φουσκοθαλασσιά 
έψαχνες εναγωνίως το ταίρι σου 
- σαν ελάφι κι εσύ 
και σαν ήρωας της παλαιάς διαθήκης -

Από την άλλη, εμείς 
έξυπνοι 
Διατεθειμένοι να ζήσουμε 
απ' την αρχή 
Έτοιμοι
να στήσουμε τα σπίτια μας 
σε μια Βαγδάτη που θα την έλεγαν ίσως 
Καλαμάτα 

Νώε, Νώε 
Άχρηστε και μωρέ
Τι μ' έφερες σ' αυτό το μοιραίο πλοίο;
Εδώ προορίζονται για επιβίωση.

Η παλίρροια
η γέννα του ουρανού 
 
Αν κάτι πάει στραβά, είπες, 
κρατήσου απ' αυτή τη σανίδα 
και μου έδωσες τον σταυρό σου 

Αν κάτι πάει στραβά, είπα, 
θα πνιγώ ευχαρίστως 
με αυτόν τον σταυρό

Παιδικό

Και να,
Σε βρίσκω μες στη νύχτα 
Σε μια αναπότρεπτη περιδίνηση 
Σε προαιώνιο κάλεσμα της μοίρας 
Σε γιορτή με μαλλί της γριάς 

Να γίνεις πάλι παιδί
Να Σε αναθρέψω 
αυτή τη φορά 
τρυφηλό 

Σονέτο

Φθινόπωρο, χειμώνα, καλοκαίρι
η νύχτα πια το φως της έχει χάσει
κι απ' το λευκό λαιμό σου έχεις περάσει
σχοινί για να φοράς το τρύπιο αστέρι 

Σκοτείνιασε από χθες το μεσημέρι·
ποιο πλάσμα ζωντανό να σε χορτάσει 
που ρούφηξες το φως σ' όλη την πλάση 
και το κρεμάς στο στήθος σα μαχαίρι;

Μαραίνουν τα φυτά, πέφτουν τα φύλλα  
Λυγίζει ακόμα το ψηλό χορτάρι
και τα λουλούδια λιώνουν στο παρτέρι

Δεμένο στο λαιμό το φως σου φύλα
Να δούμε τώρα πια χωρίς φεγγάρι 
το αύριο για μένα τι θα φέρει

Παρτίδα

Στρωθήκαμε σ' ένα παιχνίδι 
με  νικητές αντιπάλους.
Αγόρασαν τον ύπνο μας την ώρα που κοιμόμασταν.
Των χαμένων το λίπασμα θα ραίνει το χώμα.
Σαν απόηχη ανάμνηση της παρελθούσας
ήδη νοστάλγηση της τρέχουσας 

Παίξαμε τα χαρτιά μας από ανακυκλωμένα υλικά.
Λιώσανε στα χέρια μας όσο πηγαίναμε πάσο.
Η γενναιόδωρη πληγή θα φτύσει ίσως κι άλλον χαρτοπολτό.
Σαν σκοπός λαθραίος του μέλλοντος 
ήδη επισφράγισμα του παρελθόντος 
 
Ξαναμοίρασε τις κάρτες. 

Τα νηματώδη

Αυτό το κάτι που λείπει 
δεν το παρέσυρε η βροχή.
Δεν είναι η βρωμιά της λαϊκής του Σαββάτου
ούτε τα απόνερα της κυριακάτικης ψαριάς.
Είναι το γονίδιο στο εικοστό τρίτο χρωμόσωμα 
καρκίνωμα ή ομορφιά μου

Αυτό το κάτι που λείπει 
δεν το πήρε η παρέλαση.
Δεν είναι καταρράκτης από κάρβουνο.
Είναι τα μαλλιά μου που πέφτουν στο πάτωμα
θάρρος ή αλήθεια μου 

Να αφήσουμε τη γύρη για τις μέλισσες.
Τη μύτη να μη χώνουμε στα άνθη.


Τον πόνο κρύβω με σφιγμένα μπούτια.

Εσωτερική παραχώρηση

Ξεχρεώνω τη ρημαγμένη μου ανάγκη
με τον στροβιλισμό της σπασμένης φυγόκεντρου.
Να διαλυθούν καλύτερα μες στο σώμα μου τα αίματα,
να φτάσουν μέχρι τα νύχια των ποδιών.
Αφού δεν πήρα το λυγμό σου 
σύγκορμα,
τη φτέρη και τα τρία μετρημένα ψίχουλα τρυφερότητα,
αθάρρετα καθήμενη οκλαδόν σε ένα ερυθρόμορφο αγγείο. 
Να χωνευτούν καλύτερα μες στο αίμα μου τα σώματα 

Σου παραχωρώ τη θέση του ήπατος
από εδώ και μπρος σφιχτά να ζήσεις μέσα μου

Τα συνηρημένα

Τι να την κάνω την παλιά μου ευχή  
έτσι που χτυπήθηκε στο δοξαπατρί 
κι έχει ανάμεσα στα φρύδια στερεωμένο
έναν κατακόρυφο σταυρό
 
Τι να σε κάνω κι εσένα 
που κρύφτηκες πίσω από μια σχισμένη φτέρνα
κι έχεις στο στέρνο καρφωμένο
ένα κατακόρυφο κυκλάμινο

Αφήνεις πίσω σου θύματα φωνηεντόληκτα
Βρίσκω μπροστά μου τραύματα συνηρημένα

Πώς να τιμώ αφού τιμάω
κι αυτό είναι πιο τιμητικό;

Κι αφού λιμάζω στο πεινάω 
πώς να χορτάσω στο πεινώ;