Μεταφύτευση

Ό,τι θυμάμαι είναι ένας κόκκος άμμου στη ματωμένη ακτή,
η πυκνοτάτη συσσώρευση από πουλιά στην κορνίζα-τεκμήριο αθωότητας,
το κόκκινο χαρακτικό και ένα μπλε κομμάτι χοντρό πουκάμισο, 
αντικριστά της καρδιάς. 

Δε χρειάζεται να μιλάω πια με σένα. 
Με τα καρό σου και τα παιχνίδια σου θα μιλάω.  

Όταν μεγαλώσεις και δε χωράς πια στην κορνίζα θα γίνω κάδρο.

Όταν μεγαλώσεις να με φυτέψεις στο χώμα 
γιατί δε θα χωράω πια στη γλάστρα. 

Όσο για το πότισμα, ένα είναι σίγουρο: 
του χρόνου οι κωπηλάτες θα πνίγονται σε μια κουταλιά της σούπας αλατόνερο.

Οκτώ

Τα κατάφερα. 
Πιστεύω τους μύθους του Αισώπου 
και κυρίως αυτούς με τους λύκους και τις αλεπούδες 
Ψάχνω στις φλέβες ενός κίτρινου φύλλου 
το ξένο τοπίο
και το βλέμμα επιστρέφει άγγιγμα καρφί 

Εσύ κι όλη η χλωρίδα κι όλη η πανίδα στα πόδια σου 
των δακρύων της ιερής εικόνας αναχώματα

Μετράω πουλιά, αστέρια, πρόβατα 
ένα χάδι στο στήθος μου πολύ πιστευτό 
Τι κατάφερα; 
χειροπέδες βραχιόλια δένουν τον λεπτό καρπό μου με το μίσχο σου
Σε μετράω στα πεσμένα δέντρα 
στα κλαίοντα πλάσματα του Θεού 
ένας δορυφόρος της γης σχεδόν σάρκινος 

Τα καταφέραμε 
να μην ξέρουμε 
προς τα πού πέφτει ο ήλιος 
προς τα μέσα ή προς τα έξω 
προς τα πού γέρνει το θέρος
προς το πριν ή το μετά 
Τι καταφέραμε

Αύριο θα ανοίξω το παράθυρο να δω με τα μάτια μου το περιβόητο φθινόπωρο 

Tattoo

Να 'σαι περήφανος για μένα 
που τόσο εύκολα ξεφορτώνομαι τη θνητότητα 
με ριπές κόκκινης ακτινοβολίας 
όπως το ζήτησες 
και που στην βαρβαρότητα των σκίτσων σου γυρίζω και το άλλο μάγουλο 

Να 'σαι περήφανος 
που σιγά σιγά ξεριζώνω τις ορμόνες μου
με συμπληρωμένο το δελτίο του πόνου  
όταν φυτρώνουν πάνω μου κλώνοι από καμμένα δέντρα 
και που στην μεταστατική σου αναισθησία 
δε σηκώνω λευκή σημαία  

Όμως σήμερα 
αποτυπώνω τη διπλή μου φυσιογνωμία με περίγραμμα από ανεξίτηλο μελάνι

Να δω πώς θα πλησιάζεις το πλευρό μου,
τώρα που θα 'ναι κάτι παραπάνω από πλευρό.
Τι μήκους κύματος φως παραδεισένιο από τα μάτια σου θα ρίχνεις,
τώρα που το φάσμα συχνοτήτων περιορίστηκε σε δύο τιμές.

Να δω πώς θα πλαστείς απ' το πλευρό μου,
τώρα που θα 'σαι κάτι παραπάνω από Αδάμ
τώρα που θα 'μαι κάτι λιγότερο από Εύα 

Το όνειρο

Κόβω την κρυστάλλινη εικόνα 
με ένα δρεπάνι του χρόνου 
ζαλισμένο κυματιστό 
βλέμμα πλαστικό του μαξιλαριού 
πολύχρωμος χώρος μέσα στο κενό μου 
κλειστός χρόνος μέσα στον ύπνο μου
ήρθες αυτή τη φορά 
με μπλε ντυμένα χείλη 
στο αναπότρεπτο απόγευμα
στη σάλα
κάτω στο χαλί 
πάνω στο άτομο του άνθρακα
σε ψάχνω 
δερμάτινη υφή 
στο κέρινο γλυπτό μου
κι ήσουν από φωτιά 
όλος καμένος
κι ήμουν από ζωή 
όλη άδεια
το τρένο που έχασε τις ράγες του 
και γυρίζει πίσω 
το τρένο που ποτέ δεν έφυγε
άρα γιατί να γυρίσει πίσω
ξεκίνησε πάλι να τρέχει 
σε κυκλική τροχιά γύρω απ' τον ήλιο 
ξεκίνησε πάλι να βρέχει
ποιος ξέρει ποιο χρώμα 
μένει να μου ξεβάψει

Αυτόματα

Τρία τσίγκινα βαρέλια με το αίμα μου 

Κατρακυλούν απ' τον λόφο του ώμου 
στην κατηφόρα του βραχίονα 
αποστάζονται 
υπό κενό 
αθέατης ρομπότ ρουφήχτρας 

Στις ακμές οριοθετώ τον συμβιβασμό
με ένα κεφαλαίο άνευ 
θεμελιώνω το προκάτ γκρεμισμένο σπίτι μας 
πάνω στην πλάτη του δράκου 
σταθερό στην ολίσθηση 
ένδον ενός κυλίνδρου δοχείου 

Τρία τσίγκινα βαρέλια με το αίμα μου
Πού να τα χαρίσω και ποιος να τα πάρει; 

Τα χωριά στα πόδια σου 
στεγνή 
πεζοπορία 
κόκκινο μονοπάτι 
σέρνω κι αφήνω
σπασμένα τριχοειδή 
ένδον του ματιού 

Κι ύστερα ήταν το αίμα μέσα μου
πηχτό κι αργόσυρτο 
σαν μελανιασμένο σύννεφο 
να συμπυκνώνεται στα πιο δευτερεύοντα βιολογικά συστήματα 
κι όχι πως ξέρω αναερόβια αναπνοή 

Οι επαρχίες στα χέρια σου  
αναρρίχηση 
αγγειοπλαστική 
κόκκινο ξέφωτο 
το αντίκρυσμα, το τίμημα κι εσύ 
ένδον του αριστερού κόλπου 

κι ύστερα ήμουν εγώ μέσα στο αίμα μου 
μια παραφωνία από κόκκαλα και δέρμα 
να ορέγομαι κρυφά τη ματαιωμένη κατάποση
μια ύστατη λύση αξιοπρεπούς αποχαιρετισμού  

Τρία τσίγκινα κονσερβοκούτια
Πού να τα χαρίσω και ποιος να τα πάρει; 

Ο γεμιστήρας

Σήμερα θα στήσω μια γιορτή μέσα στο κομοδίνο.
Είκοσι χρόνια το εξάσφαιρο στο πρώτο συρτάρι 
για καλή τύχη.
Δέκα χρόνια το μολύβι, το χαρτί, στο δεύτερο.
Η λέξη, μίας μέρας νεογέννητη, επιπλέει
πάνω στα δρύινα νερά.

Είμαι μεγάλη πια για νεροπίστολα.
Μου το ανακοίνωσε ο πατέρας μου και μετά δεν ξαναμίλησε ποτέ για όπλα.
Είμαι μικρή ακόμα για ποιήματα.
Μου το ανακοίνωσε ο πατέρας μου και μετά μόνο μιλούσε για όπλα.
Ήλπιζε φαίνεται κι αυτός σε κάποιο μολυβένιο δυστύχημα 
εφάμιλλο των βαλλιστικών. 

Φυλάω, ακόμα, έναν γεμιστήρα κάτω απ' το μαξιλάρι για ασφάλεια:
άκρως επιτυχημένη ανταλλακτική συμφωνία με τη νεράιδα των δοντιών.

Για σένα που ερχόσουν τόσο συχνά δεν έλεγα τίποτα
γιατί ήσουν από βαμβάκι και όχι από μολύβι 
και τα βαμβακερά δεν τα θέλαμε στο κρεβάτι μας 

Τον γεμιστήρα που αντάλλαξα για το τελευταίο νεογιλό μου δόντι,
μια μέρα θα τον αδειάσω στο στρώμα μου.
Για ασφάλεια.
Να τιναχτούν πούπουλα και ελατήρια στον αέρα,
Να ξεχειλίσουν οι ραφές με κύματα λευκή γενειάδα,
Να γεμίσει το δωμάτιο αγανακτισμένα ακάρεα 
και αερομεταφερόμενα μικρόβια.

Μαμά, μπαμπά
θέλω να πω συγγνώμη για τούτη την επέτειο
που τελικά σας έκανα δρύινα νερά,
που σας χαλάω τα έπιπλα,
που πια δεν έχω προίκα,

μόνο έναν γεμιστήρα κάτω απ' το μαξιλάρι,
αλλά κι αυτόν μια μέρα τον άδειασα στο στρώμα μου.

Είχε αρχίσει το εκμαγείο επικίνδυνα να μου μοιάζει.