Δεκαπενταύγουστος

"Καλή ανάρρωση"
ευχετήρια κάρτα 
εγκάρδιας συμπάθειας 
μετρημένης σε δυναμωτικές βιταμίνες 
και φιλικό τσιτ τσατ 

"Σιδερένια"
σαν τα τσιγκέλια του κρεοπωλείου 
- κρυσφήγετο υπέρ άνω πάσης υποψίας -
πριν το τραπέζι του Δεκαπενταύγουστου

Νοσώ επιτέλους από υπαρκτούς ιούς 
Στο συρρικνούμενο σπίτι 
Επιδεικνύοντας το γυμνό μου πορτρέτο 
στα κουφώματα και στις ηλεκτρικές συσκευές
Οι δωρητές παίρνουν μάτι 
περιμένοντας πεινασμένα 
το ψητό μου μπουτάκι να βγει από το φούρνο

Εξασθενημένο 
προδίδον σώμα
Όλο και κάποιος απ' αυτούς 
με σένα αύριο θα γελάει 
καθώς θα γλείφει λαίμαργα 
το τελευταίο κοκαλάκι

Μοιρασιά

Στην ορκισμένη αναμονή των καθυστερήσεων
με σώμα γυναίκας 
κοτσάνι και πέταλα 
τηλεσκοπικά μάτια 
με γυάλινους φακούς 
τις καμπυλότητές σου σμιλεύω

Όταν ήρθα ήταν αργά 
Σε πήρα από το χέρι κι ήταν αργά 
Κι αν ερχόμουν νωρίτερα 
θα 'πρεπε να 'ταν ένα άλλο χέρι
Κι αν αργούσα κι άλλο
πάντα θα 'πρεπε να 'ταν ένα άλλο χέρι 

Οι ουλές διακριτικές της προσπάθειας που δεν έκανες 

Τώρα το εσωτερικό της παλάμης σου κοσμούν βράχια
τέρατα 
ακραία καιρικά φαινόμενα 

Οι πληγές χαρακτηριστικές της υπομονής που δεν έκανα

Τώρα το εσωτερικό της παλάμης μου κοσμούν μάρμαρα  
στέφανα 
εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα 

Παραγέμισαν οι παλάμες μας πια και δεν κλείνουν
ούτε κουμπώνουν μεταξύ τους 
Έλα να μοιράσουμε τα χέρια απ' την αρχή
Ισότιμα
δύο - δύο
Τα χέρια, τα υπάρχοντά μας 
Ισότιμα
τέσσερα - μηδέν

Ανησυχία

Τα λόγια αιχμές της φοβέρας 
με τέχνη και με πείσμα
ακροβάτες της απομονωμένης σκεπής  
Απο μακριά ακίνητος φλοίσβος 
σχεδόν ακίνδυνος 
με τις προσεκτικές θωπείες του 
πάνω στο δέρμα του βότσαλου 
Κι αυτό το γιορτινό αστέρι 
που του ζήτησα να σε προσέχει 
διπλώθηκε σ' ένα παχύ φύλλο από σκοτάδι 

Τώρα ποιος ξέρει πού γυρίζεις 
Σε ποιο όνειρο να ξελογιάζεται 
το μέσα σου παιδί
Να 'χεις λίγο νερό δίπλα στον ύπνο σου;

Τώρα ποιος ξέρει αν θα 'χεις λίγο νερό δίπλα στον ύπνο σου

Ακολουθία

Όλα τα απολεσθέντα τρόπαια
Σκαλιά στην ανάβαση του νου 
Σειρά να παίρνουν τώρα

Τα απολιθωμένα χέρια 
Λάφυρα των άγουρων σωμάτων 
Σειρά να παίρνουν 

Οι μαξιλαροθήκες που φουσκώνουν ζεστό αίμα
Γέμισαν και ξεχειλίζουν ζεστό αίμα 

Στην αντανάκλαση του νερού καθρέφτη 
Το πρώτο πρόσωπο οικείο 
Το δεύτερο ασαφές 
Το τρίτο αγνώριστο 

Όλα εντάξει 
Η δέση και η λύση
Σειρά να παίρνουν τώρα 
διαδοχικά 
όμως αντίστροφα 
Σειρά να παίρνουν 


Ημέρες βιβλίο

Οι μέρες βιβλίο με ιστορίες φαντασίας. 

Ο κόσμος έχει βγει από τη χειμερία νάρκη του ο παλμός του χτυπάει στους κροτάφους της πόλης τα αληθινά ζευγάρια πάνω κάτω στους εμπορικούς δρόμους διαλέγουν σεντόνια και πετσέτες μπάνιου ενώ εμείς επιστρατεύουμε τη βιασύνη να φυλαχτούμε απ' τη συγκίνηση με κάθε τίμημα να φυλαχτούμε απ' τη συγκίνηση πέμπτη παρασκευή δέσε τα λυμένα σχοινιά μην ξεφύγει η εξοικείωση οπωσδήποτε να εξασφαλίσουμε την αποσπασματικότητα τα λουριά μην τα δίνεις σε μένα μην ξεφύγει η εξοικείωση παρασκευή σάββατο φούσκωσε τα στήθη μου με άλλον αέρα απ' τον δικό σου να αποφύγουμε τη μίξη άνοιξέ με πολύ και κλείσε με σφιχτότερα πάση θυσία να αποφύγουμε τη μίξη σάββατο κυριακή τα αληθινά ζευγάρια ακόμα θα διαλέγουν τάισέ με κορμί να γλιτώσουμε το βάθος στρώσε ένα άλλο σεντόνι σκούπισέ με με μια άλλη πετσέτα με κάθε τρόπο να γλιτώσουμε το βάθος. 

κι αλλάζει σελίδα 

Ξημέρωμα

Δεκαεφτά λερωμένα πέπλα 

και μέσα η νύφη 

από άψητο πηλό 


Καθένας μαθαίνει

να κοιμάται σε θέση ισορροπίας  

με τον ιδιωτικό του εφιάλτη 

(έστω κι αν φύσει ταλαντούμενος) 


Δεκαοχτώ ωσμωτικές μεμβράνες 

κι απ' έξω η νύχτα 

από μανιασμένη δίψα 


Μας πρόλαβαν

Τα παιδιά με τα κέρματα 

Οι δάσκαλοι με τις κιμωλίες 

Οι γυναίκες με την προσευχή 


Κάνουν τόπο τα βουνά 

να ανατείλει ένα κίτρινο τίποτα 

Αλλά πιο πολύ 

να γκρεμιστεί απ' τον ουρανό 

το τελευταίο τεκμήριο ρομαντισμού



Κρυψώνα

Δεν ξέρω πια πού να σε κρύψω 
Γέμισες το σπίτι 
Κάθε ντουλάπι λησμονιά και το αλάτι της πλημμύρας
Σ' όποιο κουτί κι αν άνοιξα
σκόρπιες λέξεις ή σκέτα γράμματα 
επαναλαμβανόμενα 

Πίσω από κάθε πόρτα μια δική σου σκιά 
Όλες καταγεγραμμένες
υπό διαφορετική γωνία προσπιπτουσών ακτίνων 
 - έτσι που η σύνθεσή τους ένα ολόφωτο ασκίαστο εσύ - 

Πίσω από κάθε τοίχο
τσόχα 
και πάλι τσόχα πίσω από κάθε πλήκτρο
Μέσα στα βιβλία μου και στους δίσκους σου 
Γύρω, στις γωνίες, στο ταβάνι και στο πάτωμα

Δεν ξέρω σου λέω 
Δεν ξέρω πια πού να σε κρύψω 

Μόνο εκεί λέω κρυψώνα 
που έχει η θάλασσα τάπα για να αδειάζει 
Σαν κοφτερό σχοινί 
να το τραβάς να με φέρνει κοντά σου 
πλωτή ενίοτε βυθισμένη