Η κιβωτός

Η καταιγίδα
τα απόνερα του ουρανού

Τα ελάφια βοσκούσαν κατά ζεύγη. 
Είδηση δεν είχαν πάρει 
από τις μετεωρολογικές προγνώσεις.

Από την άλλη, εμείς
παραταγμένοι 
Έτοιμοι 
να συνεχίσουμε το είδος
γιατί αρέσει του Θεού μας
Πρόθυμοι 
να διαιωνίσουμε το θανείν 
γιατί, όσο αν πεις, έχει βολέψει 

Νώε, Νώε 
Αν ήθελες να γίνεις ο Σεβάχ 
γιατί δε σκαρφάλωνες στη ράχη της φάλαινας; 

Η βροχή
τα αφρόνερα του ουρανού 

Απόψε πριν τη φουσκοθαλασσιά 
έψαχνες εναγωνίως το ταίρι σου 
- σαν ελάφι κι εσύ 
και σαν ήρωας της παλαιάς διαθήκης -

Από την άλλη, εμείς 
έξυπνοι 
Διατεθειμένοι να ζήσουμε 
απ' την αρχή 
Έτοιμοι
να στήσουμε τα σπίτια μας 
σε μια Βαγδάτη που θα την έλεγαν ίσως 
Καλαμάτα 

Νώε, Νώε 
Άχρηστε και μωρέ
Τι μ' έφερες σ' αυτό το μοιραίο πλοίο;
Εδώ προορίζονται για επιβίωση.

Η παλίρροια
η γέννα του ουρανού 
 
Αν κάτι πάει στραβά, είπες, 
κρατήσου απ' αυτή τη σανίδα 
και μου έδωσες τον σταυρό σου 

Αν κάτι πάει στραβά, είπα, 
θα πνιγώ ευχαρίστως 
με αυτόν τον σταυρό

Παιδικό

Και να,
Σε βρίσκω μες στη νύχτα 
Σε μια αναπότρεπτη περιδίνηση 
Σε προαιώνιο κάλεσμα της μοίρας 
Σε γιορτή με μαλλί της γριάς 

Να γίνεις πάλι παιδί
Να Σε αναθρέψω 
αυτή τη φορά 
τρυφηλό 

Σονέτο

Φθινόπωρο, χειμώνα, καλοκαίρι
η νύχτα πια το φως της έχει χάσει
κι απ' το λευκό λαιμό σου έχεις περάσει
σχοινί για να φοράς το τρύπιο αστέρι 

Σκοτείνιασε από χθες το μεσημέρι·
ποιο πλάσμα ζωντανό να σε χορτάσει 
που ρούφηξες το φως σ' όλη την πλάση 
και το κρεμάς στο στήθος σα μαχαίρι;

Μαραίνουν τα φυτά, πέφτουν τα φύλλα  
Λυγίζει ακόμα το ψηλό χορτάρι
και τα λουλούδια λιώνουν στο παρτέρι

Δεμένο στο λαιμό το φως σου φύλα
Να δούμε τώρα πια χωρίς φεγγάρι 
το αύριο για μένα τι θα φέρει

Παρτίδα

Στρωθήκαμε σ' ένα παιχνίδι 
με  νικητές αντιπάλους.
Αγόρασαν τον ύπνο μας την ώρα που κοιμόμασταν.
Των χαμένων το λίπασμα θα ραίνει το χώμα.
Σαν απόηχη ανάμνηση της παρελθούσας
ήδη νοστάλγηση της τρέχουσας 

Παίξαμε τα χαρτιά μας από ανακυκλωμένα υλικά.
Λιώσανε στα χέρια μας όσο πηγαίναμε πάσο.
Η γενναιόδωρη πληγή θα φτύσει ίσως κι άλλον χαρτοπολτό.
Σαν σκοπός λαθραίος του μέλλοντος 
ήδη επισφράγισμα του παρελθόντος 
 
Ξαναμοίρασε τις κάρτες. 

Τα νηματώδη

Αυτό το κάτι που λείπει 
δεν το παρέσυρε η βροχή.
Δεν είναι η βρωμιά της λαϊκής του Σαββάτου
ούτε τα απόνερα της κυριακάτικης ψαριάς.
Είναι το γονίδιο στο εικοστό τρίτο χρωμόσωμα 
καρκίνωμα ή ομορφιά μου

Αυτό το κάτι που λείπει 
δεν το πήρε η παρέλαση.
Δεν είναι καταρράκτης από κάρβουνο.
Είναι τα μαλλιά μου που πέφτουν στο πάτωμα
θάρρος ή αλήθεια μου 

Να αφήσουμε τη γύρη για τις μέλισσες.
Τη μύτη να μη χώνουμε στα άνθη.


Τον πόνο κρύβω με σφιγμένα μπούτια.

Εσωτερική παραχώρηση

Ξεχρεώνω τη ρημαγμένη μου ανάγκη
με τον στροβιλισμό της σπασμένης φυγόκεντρου.
Να διαλυθούν καλύτερα μες στο σώμα μου τα αίματα,
να φτάσουν μέχρι τα νύχια των ποδιών.
Αφού δεν πήρα το λυγμό σου 
σύγκορμα,
τη φτέρη και τα τρία μετρημένα ψίχουλα τρυφερότητα,
αθάρρετα καθήμενη οκλαδόν σε ένα ερυθρόμορφο αγγείο. 
Να χωνευτούν καλύτερα μες στο αίμα μου τα σώματα 

Σου παραχωρώ τη θέση του ήπατος
από εδώ και μπρος σφιχτά να ζήσεις μέσα μου

Τα συνηρημένα

Τι να την κάνω την παλιά μου ευχή  
έτσι που χτυπήθηκε στο δοξαπατρί 
κι έχει ανάμεσα στα φρύδια στερεωμένο
έναν κατακόρυφο σταυρό
 
Τι να σε κάνω κι εσένα 
που κρύφτηκες πίσω από μια σχισμένη φτέρνα
κι έχεις στο στέρνο καρφωμένο
ένα κατακόρυφο κυκλάμινο

Αφήνεις πίσω σου θύματα φωνηεντόληκτα
Βρίσκω μπροστά μου τραύματα συνηρημένα

Πώς να τιμώ αφού τιμάω
κι αυτό είναι πιο τιμητικό;

Κι αφού λιμάζω στο πεινάω 
πώς να χορτάσω στο πεινώ;